Συνέντευξη στο Κυπριακό περιοδικό MUST

ΡΟΥΣΟΥΝΕΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ – ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ

Συναντήθηκαν εκδοτικά πριν λίγους μήνες. Από τις εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, του Μανόλη Βελιτζανίδη κυκλοφόρησε το εξαιρετικό από κάθε άποψη,
βιβλίο, του Δημήτρη Ρουσουνέλου “Μυκονιάτικη Μαγειρική-ηφίδες πολιτισμού”.

Πρόκειται για δυο δύσκολους και απαιτητικούς ανθρώπους -ο καθένας στον χώρο του- που δεν αφήνουν περιθώρια λάθους κυρίως στους εαυτούς τους.

Τι είναι όμως εκείνο που ενώνει τους δύο αυτούς άνδρες τους τόσο ίδιους και τόσο διαφορετικούς; Πόσο βαθιά στο χρόνο πρέπει να αναζητηθεί εκείνο που δεν θα τους χωρίσει ποτέ;

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Κύριε Βελιτζανίδη, έχετε μια ιστορία στις εκδόσεις. Πότε ξεκινήσατε και με ποια αφορμή;
Η Ίνδικτος ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1995. Η αγάπη για την τέχνη της τυπογραφίας, η ανάγκη για δημιουργική μετοχή στην πνευματική ζύμωση του τόπου, οι καλοί συνεργάτες, ο Στέλιος Ράμφος, οι φίλοι, οι πολλές αυταπάτες, όλα αυτά ήταν τα υλικά που έδεσαν την επιθυμία.

Μιλήστε μας για το περιοδικό.
Το περιοδικό Ίνδικτος κινείται πέρα από το αδηφάγο ρεύμα του πολιτιστικού καταναλωτισμού, που φαίνεται να κυριαρχεί σήμερα ως γενικότερο σύμπτωμα. Δεν έχει «κλισέ», ώστε να αφορά ένα ομαδοποιημένο κοινό. Μέλημά της έχει να θέτει τα ερωτήματα, να λειτουργεί ως ζυμωτήρι ιδεών, να συμβάλει δημιουργικά στην πνευματική ζωή του τόπου, να μελετά το παρελθόν, να εκφράζει το παρόν και να ονειρεύεται το μέλλον. Ίσως η πρόταση της Ινδίκτου να είναι παντελώς ασύμβατη με την τρέχουσα εμπορικότητα των εντύπων. Ωστόσο, ο κριτικός αναγνώστης θα αποφασίσει, αν η Ίνδικτος μπορεί να συστήσει και μιαν άλλου τύπου εμπορική δικαίωση της ποιότητας.

Αυτό σημαίνει ότι απευθύνεστε σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό αλλά και σε συγκεκριμένους συνεργάτες;
Όχι! αυτό σημαίνει ότι απευθύνομαι σε όλους τους αναγνώστες. Τούτο όμως δεν είναι αυτοσκοπός. Προέχει η ποιότητα των κειμένων.

Δεν φαίνεται όμως να κάνετε και <<εκπτώσεις>> στις επιλογές σας. Μια από τις τελευταίες σας εκδόσεις, το πολυτελέστατο και εξαιρετικά ενδιαφέρον λεύκωμα Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ του Δημήτρη Πικιώνη, είναι μια κασετίνα που παραπέμπει σε εκδοτικές απόπειρες μεγάλων οργανισμών, μουσείων κλπ.
Το έργο του Πικιώνη είναι τέτοιο που κάθε άλλη μορφή έκδοσης θα το πρόδιδε. Ο Πικιώνης υπήρξε από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής πνευματικής ιστορίας. Ένα από τα κομβικά σημεία αυτής της ιστορίας. Οφείλουμε να τον μελετήσουμε, να τον μιμηθούμε και βεβαίως να τον τιμήσουμε!

Και η <<Μυκονιάτικη μαγειρική>>; Τι ήταν εκείνο που διακρίνατε σ΄ αυτό το βιβλίο και προχωρήσατε στην έκδοσή του.
Πρώτα απ΄ όλα τον παλιό μου φίλο Δημήτρη, την αγάπη του για την ιστορία και την παράδοση του τόπου του, την πολυετή προσπάθειά του για την συγκέντρωση του υλικού, και την επιθυμία του να φωτίσει όλον αυτόν τον πλούτο. Σημειώστε επίσης πως στην «Μυκονιάτικη Μαγειρική» σαν από θεία πρόνοια συνέπεσαν όλα τα στοιχεία μιας ευτυχισμένης έκδοσης. Το καλό κείμενο, το εμπορικό ενδιαφέρον και η στενή και παλιά φιλία συγγραφέα – εκδότη.

Ώστε υπάρχει παρελθόν;
Ναι και μάλιστα πολύ ισχυρό. Με τον Δημήτρη μεγαλώσαμε μαζί. Όχι στην ίδια γειτονιά, αλλά στο ίδιο σπίτι. Το σπίτι αυτό ήταν η Αναργύρειος Σχολή στις Σπέτσες, όπου πριν από 28 χρόνια πρωτοσυνάντησα τον Δημήτρη και έκτοτε παραμένουμε αγαπημένοι και πιστοί φίλοι.

Εμπιστευθήκατε περισσότερο τη σχέση σας με τον κ. Ρουσουνέλο και λιγότερο το υλικό του;
Γνωρίζω κι εμπιστεύομαι τον Δημήτρη, παρακολούθησα την εργασία του μέσα από τις στήλες της εφημερίδας «ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗ» όπου κατ΄ αρχήν δημοσίευσε μέρος των συνταγών. Όταν μου παρέδωσε το τελικό δακτυλόγραφο η δική μου δουλειά περιορίστηκε στην εκδοτική επιμέλεια. Δεν υπήρχε ανάγκη για οποιαδήποτε αλλαγή ή προσθήκη. Η δουλειά του Δημήτρη ήταν ολοκληρωμένη και πλήρης.

Τι σας <<μαγείρευε>> λοιπόν τα χρόνια που περάσατε μαζί και τι υποψιάζεστε ότι σας …ετοιμάζει για το μέλλον;
Αυγά μάτια μόνο ήξερε να κάνει κι αυτά όχι όπως μ’ αρέσουν. Ευτυχώς στις Σπέτσες δεν έτρωγα πολύ κι έτσι ελάχιστες φορές τον χρειάστηκα. Πριν λίγους μήνες και για να με καλοπιάσει και να φροντίσω το βιβλίο μου έστειλε ένα νοστιμότατο λουκάνικο. Άρεσε πολύ της Μαρίνας, της κόρης μου, κι έτσι του παρήγγειλα κι άλλα. Ο ευλογημένος, τι ήταν να του το πώ, με τριβελλίζει από τότε να βγάλουμε ένα βιβλίο για τα Χοιροσφάγια. Έχω μεγάλη αδυναμία στη κόρη μου και θα το κάνω!

Λέτε, ότι η ΙΝΔΙΚΤΟΣ θεραπεύει τα παρόντα με μόνιμη αναφορά στις σπουδαίες στιγμές του παρελθόντος. Μόνο στις σπουδαίες;
Ναι γιατί μέσα απ΄ αυτές κατανοούμε τον εαυτό μας και ορίζουμε το μέλλον μας.

Κάποιος εδώ μας μαρτύρησε ότι είστε τρυφερός και ευαίσθητος, πολύ…
Ανυπόστατες Φήμες! Παραμένω σκληρός κι απαθής και λέω πάντα Όχι!

Κύριε Ρουσουνέλο από την Μύκονο. Πώς βρεθήκατε στις Σπέτσες;
Αυτό που περιγράφω και στο βιβλίο μου είναι η Μύκονος στο μεταίχμιο πριν και μετά την τουριστική ανάπτυξη. Αυτό κράτησε κάποιες δεκαετίες ξέρετε. Όπως και πολλοί άλλοι Ελληνικοί τόποι, έτσι και το δικό μας νησί δεν ήταν πάντα έτσι όπως το γνωρίζετε σήμερα. Δεν είχαμε Γυμνάσιο. Φεύγαμε λοιπόν οι νέοι που θέλαμε να σπουδάσουμε, από τρυφερές ηλικίες. Άλλοι στην Τήνο, στην Σύρο, στον Πειραιά. Εμένα οι δικοί μου θεώρησαν καλό να με στείλουν στις Σπέτσες. Είχαν ακούσει για ένα καλό σχολείο. Έτσι στα 1969 βρέθηκα σε ηλικία δώδεκα ετών «εσωτερικός» στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή.

Συνεχίσατε τις σπουδές σας στην Αθήνα όπου και σύμφωνα με την συνέντευξή σας στα ΝΕΑ ( 6/6/01) kai στα ΝΕΑ (19/10/2001): <<...είσαστε μόνος, είχατε ένα κενό στο στομάχι....Αυγά τηγανητά μάτια!>>. Από αυτό το κενό έως την έκδοση ενός τέτοιου βιβλίου, τι μεσολάβησε;
Στην ουσία αυτό το κενό δεν υπήρξε ποτέ. Αστειευόμουν. Τα χρόνια των σπουδών υπήρξαν χρόνια έντονα, με δυνατές συγκινήσεις, καλή παρέα, κι έντονη πολιτικοποίηση. Είμαστε η πρώτη μεταπολιτευτική γενιά στα Πανεπιστήμια κι είχαμε τότε την αίσθηση ότι χτίζαμε τον κόσμο απ’ την αρχή! Εκείνο που χτίσαμε καλά και το πιστεύω αυτό, είναι η διαμόρφωση χαρακτήρα με ανήσυχο και συχνά ανυπότακτο πνεύμα. Η μαγειρική στα χρόνια των σπουδών ήταν αποτέλεσμα οικονομικής στενότητας και έντονων κοινωνικών σχέσεων. Οι περισσότεροι φίλοι μου μαγείρευαν τότε. Αν δεν είμαστε στο δικό μου, θα είμαστε σ’ άλλο σπίτι. Ήταν και λιγοστά τα φαστφουντάδικα΄ κάτι γλιτώσαμε. Μας κέρδισε η ταβέρνα και το σπίτι. Σε ξενύχτια ατελείωτα Το βιβλίο προέκυψε σαν η φυσική συνέχεια μιας καταγραφής που έκανα στην εφημερίδα «Η Μυκονιάτικη», για την τοπική μαγειρική.

Μιλήστε μας λοιπόν για την ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗ.
Θα ήθελα πολύ για την εφημερίδα που εκδίδουμε με τους φίλους μου στο νησί να μίλαγαν οι συνδρομητές μας. Δώδεκα χρόνια στέλνουμε γράμμα αγαπητικό στους συμπολίτες μας, χωρίς να χαϊδεύουμε αυτιά. Γράφουμε την σκληρή αλήθεια. Δεν έχουμε διαψευσθεί ποτέ, κι αυτός είναι ο λόγος που σε μια «σκληρή επαρχία» σαν την Μύκονο καταφέραμε να πούμε πράγματα, διαμορφώνοντας παράλληλα και ένα κλίμα καλό για την πορεία του νησιού. Μόνο στενόμυαλοι άνθρωποι μας πολέμησαν κι αλίμονο ανάμεσά τους και στενόκαρδες «εξουσίες» που διαφεντεύουν τον τόπο μας. Δυστυχώς δεν φέραμε την ανατροπή στην πεπατημένη οδό που οδηγεί στην απώλεια τους τουριστικούς τόπους.

Τι κερδίσατε και τι χάσατε όλα αυτά τα χρόνια από την παρέμβασή σας στα κοινά του τόπου σας.
Δεν έχασα τίποτα. Απεναντίας είναι σαν να πήρα ακόμα ένα πτυχίο. Γνώρισα καλύτερα τους συμπολίτες μου. Την ουσία των πράξεων και των παραλείψεων. Την σημασία της απουσίας, όταν ο τόπος ταξιδεύει εν μέσω Λαιστρυγόνων, Κυκλώπων και Σειρήνων, με Ποσειδώνα χωρίς Αθηνά, με Διόνυσο χωρίς Απόλλωνα, με Άρη δίχως Δήμητρα. Δεν είναι τυχαίο που η παρέα που έστησε τη ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗ έκανε την πρώτη της παρέμβαση στα κοινά με αφορμή τα προβλήματα της Δήλου, την γενέτειρα του Απόλλωνα.

Φτιάχνουν λοιπόν ιστορία οι παρέες;
Όλοι εμείς που νοιώθουμε κομμάτι από …των Ελλήνων τις κοινότητες, κρατάμε μια καλή σχέση με τον Σαββόπουλο. Αν κάτι του χρωστάμε είναι που έγραψε για μας ένα τραγούδι χωρίς να μας γνωρίζει. Αν μας ήξερε θα είχε στο τραγούδι τα ονόματά μας. Είχε όμως κάποια άλλα που στο πλαίσιο της παρέας δημιουργούν πράγματα σημαντικά. Από εκείνα δηλαδή που επηρεάζουν θετικά τον τόπο μας.

Και από αυτήν την << ιστορία>> προκύπτουν πάντοτε καλά και δημιουργικά πράγματα;;
Ξέρετε η παρέα της ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗΣ δεν είναι ούτε φιλανθρωπική ένωση που διοργανώνει τσάγια, ούτε επαγγελματική ή πολιτική ένωση προσώπων. Δεν έχει συμφέροντα. Η παρέα κι όχι αυτή του χαβαλέ, αλλά της ώριμης σχέσης, είναι ιδιαίτερα σε κλειστές κοινωνίες κάτι σαν σωσίβιος λέμβος. Μια τέτοια κοινωνία δεν είναι μόνο το νησί της Μυκόνου, αλλά και η πόλις των Αθηνών, και της Λευκωσίας φαντάζομαι. Δεν είναι τυχαίο που άνθρωποι γύρω μας, καταξιωμένοι, και μιλώ για εκείνους που έχουν να πουν και να δώσουν πράγματα, δεν ακολουθούν μοναχικούς δρόμους.

Ας έρθουμε τώρα και στην έκδοση της ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ. Σίγουρα, δεν είναι ένα βιβλίο κουζίνας, μόνο. Τι άλλο είναι; Έτσι το είχατε φανταστεί;
Δεν θα έκανα ποτέ ένα βιβλίο με σκέτες συνταγές. Η καταγραφή στοιχείων που αφορούν την διατροφή στη Μύκονο αποτέλεσε απλώς την αφορμή για να γράψω ένα βιβλίο μαρτυρία για τον πολιτισμό της πατρίδας μου. Είναι βιβλίο πατριδογνωσίας, είναι ιστορία, είναι λαογραφία, είναι για μένα βιβλίο πολιτικό. Αυτό που δεν είχα φανταστεί, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα, είναι η τόσο πλατειά ανταπόκριση του κόσμου, και του Τύπου. Αυτό για μένα που κατάγομαι από ένα τόπο που έχει πονέσει πολύ από τα Μ.Μ.Ε., είναι πολύ σημαντικό.

Διαπιστώνουμε ότι ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του βιβλίου οφείλεται και στην αισθητική του.
Η αισθητική, η πολύ καλή τυπογραφική επιμέλεια, το γεγονός ότι η Ίνδικτος ανταποκρίθηκε με γεναιοδωρία, είναι το διαβατήριο του βιβλίου.

Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεπερνάει την σχέση εκδότη – συγγραφέα, και που δεν θα σας χωρίσει ποτέ;
Όσοι δεν έχουν ζήσει σε οικοτροφείο πιθανόν να μην το καταλαβαίνουν. Για μας που βιώσαμε τα καλά και τα κακά μιας «στερημένης» εφηβείας το ψυχικό δέσιμο κάνει τη διαφορά. Το στερημένης να το δείτε με εισαγωγικά. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν μεγαλώσαμε σαν τους υπόλοιπους νέους της εποχής μας. Ακολουθούσαμε πρόγραμμα συχνά πολύ αυστηρό στον τομέα των ελευθεριών. Σήμερα αυτά τα προγράμματα δεν θα άντεχαν ούτε 24 ώρες. Φέτος τον Μάϊο, στην συνάντηση με τους παλιούς μου συμμαθητές 26 χρόνια μετά, δεν ήταν μόνο η συγκίνηση, αλλά και η αίσθηση πως δεν είχε περάσει ο χρόνος. Σαν να μιλάγαμε και χτες. Σα να κάναμε μαζί φαντάροι. Με τον παλιό μου «συμπολεμιστή» λοιπόν τον Μανώλη έχουμε κι άλλες μάχες να δώσουμε. Η Μυκονιάτικη Μαγειρική ήταν απλώς η αφορμή να ξαναβρεθούμε στο ίδιο «χαράκωμα».

Αλήθεια, η Κύπρος τι θέση έχει στην καρδιά σας;
Ήρθα το 1992, ταξίδι αναψυχής που λένε. Από τότε έκανα το ίδιο ταξίδι, ταξίδι ψυχής, χίλιες φορές. Με κάθε αποδοσίδι που λαβαίνω και σ’ αυτά που στέλνω σε φίλους. Κοπανιστή, ξυνότυρα, λούζες, λουκάνικα, πάνε προς τα κάτω, κι έρχονται πίσω αντίδωρα: χαλούμια, λούντζες, σουντζούκο… Για μας, στη ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΗ, ήταν πάντα χαρά, τιμή και ιδιαίτερη συγκίνηση όταν βάζαμε κάθε μήνα στον φάκελλο το αυτοκόλλητο με την διεύθυνση των πενήντα περίπου Κυπρίων συνδρομητών μας. Παλιοί συμμαθητές, συμφοιτητές, φίλοι καρδιακοί, άνθρωποι των γραμμάτων, τα Έπεα Πτερόεντα του Σήμη, το Αιγαίον του Βάσου, το Τρίτο Πρόγραμμα, η Γιάννα, η Εύη, ο Πάμπος, ο Μαρίνος, ο Θράσος, ο Σάββας, η Νίκη, ο Χαμπής, ο Πασιαρδής, ο Χατζηπιερής, ο Τζων Κόρμπιντζ… Η Κύπρος δεν έχει θέση στην καρδιά μου, είναι της καρδιάς μου λαχτάρα, είναι φτερούγισμα μνήμης.

Share Button